Mouflons and Penguins

Άκης ο Αθόρυβος

Πρόλογος

Για τον Άκη εν ήβρα πολλά πράματα στο Διαδίκτυο εκτός που κάτι λλία στην polignosi τζαι κάποιες φωτογραφίες του στο Facebook.

Άκης ο Αθόρυβος

Ο Άκης ο Αθόρυβος ήταν ακόμη ένας που τους γραφικούς χαρακτήρες της Λεμεσού. Ήταν αγαθό πλάσμα τζαι ήσυχο τζαι αγαπούσαν τον πολλά οι Λεμεσιανοί γιατί έκαμνε τους τζ’ εγελούσαν με τες κουβέντες του. Η φράση που ήταν το σήμα κατατεθέν του ήταν: «Αλίμονο τότες!» Το παρατσούκλι «Αθόρυβος» εβκάλαν του το γιατί εχαχχάνιζεν χωρίς να βκαίνει φωνή. Άμα του ελάλες «Άκη, το αθόρυβό σου» έγειρνε την κελλέ του πίσω τζαι έκαμνε ότι εχαχχάνιζεν, αθόρυβα. Τζαι μετά άπλωνε το μαστραππί που είσιε πάντα μαζί του, εβάλαν του σελίνια μέσα οι Λεμεσιανοί τζαι έτσι έβκαλεν τα προς ζειν.

Μια μέρα έπεζεν μάππα ο Πεζοπορικός με την ΑΕΛ τζαι ήρταν που την Σκάλα να δουν το ματς. Άμα τζαι ετέλειωσε ο αγώνας ένας που τους Σκαλιώτες εδυσκολεύκετουν να φει γιατί επάρκαρε σε δύσκολο σημείο. Για κακή του τύχη έδωκε πας τον Άκη. «Ρε φίλε μπορείς να μου νεύκεις να βάλω πισινή;». «Καλό φίλε μου», λαλεί του ο Άκης. «Εν έσιει πρόβλημα». «Έλα, έλα, έλα …», Μπαααμμμ! «Στοπ» φωνάζει ο Άκης τζαι σηκώνει το σιέρι ψηλά. Κατεβαίνει κάτω ο Σκαλιώτης, το αυτοκίνητο πίσω γέρημο. Κοιτάζει τον Άκη μες τα νεύρα τζαι λαλεί του: «Μα ρε κουμπάρε, πε μου; Είσαι πελλός;». Τζαι ο Άκης: «Αλίμονον τότες!». Γυρίζει o Σκαλιώτης σε κάτι παραστεκάμενους Λεμεσιανούς, που ήταν διπλωμένοι που το γέλιο, τζαι λαλεί τους: «Ρε παιδκιά! Τόσα πλάσματα μες την Λεμεσό! Ίσια πας τούτον έδωκα;»

Είσιε ένα κύριο Νικολή μες την Λεμεσό που είσιε καναρίνια. Όι ποτζείνα που γοράζεις που τα μαγαζιά. Μιλούμε τωρά για πανάκριβα καναρίνια που πάσιν σε διαγωνισμούς. Έπρεπε να πάει ταξίδι τζαι έν είσιεν κάποιο να του τα προσέχει γιατί ήταν μόνος του. Είπε να πει του Άκη να του τα προσέχει γιατί ήθελε να τον βοηθήσει που ήταν φτωχός τζαι ελυπάτουν τον. «Ρε Άκη έτο δαμέ το κλουβί. Δαμέ μπαίνει το νερό, δαμέ το φαΐ, τζαι καθαρίζεις τες τσυλλαρκές των πουλιών άμα στοιβάσουν. Εντάξει;». «Εντάξει». Πάει ο Νικολής το ταξίδι του, στρέφετε πίσω τζαι μπαίνει σπίτι να δει τα καναρίνια του. Πάει τζιαμέ στο κλουβί, το κλουβί όφκιερο, τα καναρίνια χασιμιά! Εζώσαν τον τα φίδκια. Πάει τζαι βρίσκει τον Άκη. «Ρε Άκη μα ίντα που εγινήκαν τα καναρίνια;». «Εκαμα τα τηάνιση με τ’ αυκά. Μα ήταν μέλι κύριε Νικολή μου!». Ο Νικολής ήθελε δήμμα! Εκάμαν τζαιρό να ξαναμιλήσουν αλλά στο τέλος εσυγχώρεσεν τον. Ήταν αγαθό πλάσμα ο Άκης εν εμπόρες να του κρατάς κατζιία.

Ο καημένος ήβρε τζαι τούτος το τέλος του που κάποιο αυτοκίνητο. Έτσι ήταν το γραφτό των «πελλών» της Λεμεσού.

Πηγές