Mouflons and Penguins

Ο Αρκοντής

Πρόλογος

Ο Αρκοντής ήταν ένας που τους γραφικούς «πελλούς» της παλιάς Λεμεσού. Γιατί έβαλα εισαγωγικά εν να το καταλάβετε σε λλίο.

Οι πηγές που έβαλα στο τέλος έχουν παραπάνω ζουμί που την δική μου ιστορία τζαι φωτογραφίες. Τούτη δαμέ, εν η ιστορία όπως μου την είπε ο τζιύρης μου.

Tούτη η ιστορία έσιει μέσα ξιμαρόλο’α που θεωρούνται προσβλητικά. Καλά κάμνουν τζαι θεωρούνται, αν με ρωτάτε, αλλά δίχα τούτες τες λέξεις η ιστορία εν ναν μεσοδότζιη. Γι’ αυτό συμπαθάτε με αλλά εν μου κάμνει καρκιά να τες φύω.

Αρκοντής, ο «πελλός» της Λεμεσού

Η μάνα μου όποτε εγύριζα μες την γειτονιά καταχάλης τζαι ξυπόλητος ελάλεν ότι μου, «Ίνταλως γυρίζεις έτσι όπως τον Αρκοντή; Έλα έσσω γλήορα!». Τζαι πράγματι έτσι ήταν ο Αρκοντής. Εγύριζε μες την Λεμεσό με κάτι παλιόρουχα, ξυπόλητος τζαι καταχάλης.

Η μάνα του Αρκοντή ήταν παραδουλεύτρα σε έναν που τους παλιούς αρκόντους την Λεμεσού. Πολλά χωράφκια ο άρκοντας τζαι περιουσία. Αρέσκαν του οι γεναίτζες πολλά τζαι εγέλασεν την μάνας του Αρκοντή τζαι ετζοιμήθιν μαζί του. Αγκάστρωσε την τζαι μετά για να μεν γενεί σκάνδαλο επέταξεν τους στο δρόμο. Παντές τζαι εν θα μαθαίναν οι Λεμεσιανοί πιανού ένι το κοπελλούι. Το μωρό εβαφτίσαν το Γιώρκο αλλά άμα εμεγάλωσεν, οι Λεμεσιανοί εκολλήσαν του το παρατσούκλι «Αρκοντής» που τον τζιύρη του τον άρκοντα.

Επειδή ήταν φτωχά πλάσματα ο Αρκοντής εγύριζε ούλλη μέρα μες την Λεμεσό τζαι εθκιακόναν. Που την ξυπολησούρα οι πέτσες των ποδκιών του πουκάτω εγινήκαν όπως την σόλα των παπουτσιών. Αφού να φανταστείτε μια φορά επάτησε μια σπόντα καρφωμένη σε ένα σανίδι τζαι εκωλόσυρε το χωρίς να το καταλάβει! Εξικάρφωσε το σανίδι που το πό’ι του τζαι επέταξε το με σε μια χωράφα τζιαμαί δίπλα, τζαι γυρίζει τζαι λαλεί: «Τα ευλο’ημένα! Να τρυπήσει τζαι κανένα λάστιχο». Τόσον πασιές ήταν οι πέτσες των ποδκιών του!

Μια μέρα είσιε να ξεκινήσει που την Μέσα Γειτονιά που εμείνισκε, να πάει στην αγορά την παλιά που ήταν οι περιοχές του που εθκιακόναν. Ήβρεν ένα χωρκανό του να τον πάρει με την μοτόρα. Συμπτωματικά ήταν τζαι τζείνος Γιώρκος. Σαν επαέννασιν λαλεί του ο Αρκοντής: «Μάστρε Γιώρκο μυρίζει σου καθόλου σουβλάκια;». Σταματά την μοτόρα ο χωρκανός του, κατεβαίννει κάτω τζαι βλέπει τες στάμπες που τες καμένες πέτσες του Αρκοντή πας τα εξώστ της μοτόρας. Ο Αρκοντής ούτε που εκατάλαβε τίποτε!

Ενευρίαζε πολλά άμμα τον επειράζασιν οι Λεμεσιανοί. Εξιτίμαζεν τους, έσυρνε τους πέτρες τζαι τζείνοι εσπάζαν πλάκα πας την ράσιη του. Για κάποιο λόγο εφουτούνιαζεν τον πολλά η φράση: «δκυο μονά». Άμα του ελαλούσαν: «μάστρε Γιώρκο να μου δώκεις δκυο μονά;», ελάλεν τους μες τα νεύρα: «Αρκέψετε πάλε ρε πουστιούθκια; Αρκέψετε;»

Επίσης είσιε μιάλη κόντρα με μια άλλη επιφανή προσωπικότητα της Λεμεσού, τον Κιαζίμη. Η Κιαζίμης εμείνισκε στο τουρκομαχαλά της Λεμεσού, τζαιμέ που ‘ν η εκκλησιά του Άη Αντώνη, που πάνω. Μάλλον ο λόγος που εκαυκαλατίζασιν ήταν που ο Κιαζίμης επίεννε τζαι εθκιακόναν στες περιοχές του Αρκοντή τζαι είσιε ανταγωνισμό. Άμα εβρέθουνταν, ο Αρκοντής έκαμνεν τον άχρηστο γιατί ήταν αναγιούμενος τζαι δυνάμενος τζαι ο Κιαζίμης μισκίνης. Μια μέρα ένας δικαστής για να σταματήσει του καυκάες τους εδιοργάνωσε μια «δίκη» τζαι έβκαλε φιρμάνι ότι ο Κιαζίμης δικαιούται να θκιακονά που το γιοφύρι στα Τέσσερα Φανάρκα τζαι τζει τζαι ο Αρκοντής που την ποδά πάντα. Όμως τούτο ήταν άδικο για τον Κιαζίμη διότι ο κόσμος στον Τουρκομαχαλά ήταν φτωχός τζαι εν εύκαλλε τα προς το ζειν. Οπότε αναγκάζετουν να περάσει τα Τέσσερα Φανάρκα, να έρκει στην Λεμεσό που ήταν οι αρκόντοι, να θκιακονήσει. Τζαι η κόντρα εσυνεχίζετουν…

Ένα που τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του χαρακτήρα του Αρκοντή, παρά την κακοριζιτζιάν του, ήταν καλόψυχος πολλά. Εβάσταν πάνω του πάντα μια μαείρισσα τζαι ότι φαγώσιμα τους εδιούσαν εφύλαε τα τζειμέσα. Τα ριάλια που του εδιούσαν εφύλαε τα πάνω του. Τζι ότι του επερίσσευκεν που τα ριάλλια ή το φαΐ εδιάν τα σε μωρά φτωχά σε σκολεία ή τζιαμέ στην γειτονιά του τζαι σε όσους κακομάζαλους είχαν ανάγκη. Ως τζαι τον τζιύρη του τον αχαΐρευτο, που στο μεταξύ επάττησε τζαι εμείνισκε σ’ ένα παλιόσπιτο, επίεννεν τζαι άφηνεν του ριάλια στα κρυφά.

Μια φορά μια γεναίκα σιηράτη τζαι φτωσιή είπε σε κάποια κοπέλια ότι κάποιος έρκετουν μες την νύκτα τζαι άφηνεν της ένα πουτζιή με ριάλια πόξω που την πόρτα. Τα κοπέλια εστήσαν καραούλι τζαι βλέπουν τον πελλόν σου τον Αρκοντή να παέννει μες την νύκτα να της αφήνει ριάλλια στη πόρτα της. Τζαι τουν’ τον άνθρωπο, οι Λεμεσιανοί της εποχής του ελαλούσαν ότι ήταν «πελλός».

Ο τζαιρός επέρναν, η Λεμεσός εμεγάλωνεν, τα αυτοκίνητα επολλυνίσκαν… Ο Αρκοντής συνηθισμένος που παλιά που εν είσιε πολλά αυτοκίνητα εγύριζεν μες τες στράτες άνεγνοιας. Τζαι μια ημέραν, ένα πο τούτα τα γέρημα έκατσεν τον πουκάτω. Τζαι που τότε έχασεν η Λεμεσός τον «πελλόν» της.

Πηγές: